Ασταμάτητη Σταματία




Είναι κάποια έργα τα οποία, χωρίς να διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας, κερδίζουν την αποδοχή του κόσμου. Ως πρόσφατο παράδειγμα έχω το έργο του Κώστα Σωτηρίου Σταματία, το γένος Αργυροπούλου που είδαμε στο «Άνετον», μια παραγωγή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, που μας ήρθε από την Αθήνα με καλές συστάσεις.
Ο συγγραφέας
Ο Σωτηρίου δεν ανήκει  στους θεατρικούς συγγραφείς, αν και πλέον αυτή η διάκριση τείνει να χάσει το νόημά της. Είναι μυθιστοριογράφος, με ένα σύνολο επτά έργων. Πρωτοεμφανίστηκε στα Ελληνικά Γράμματα το 1996 με το μυθιστόρημα Οι αχινοί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το οποίο έγραψε σε συνεργασία με το Νίκο Θεοτοκά.
Όσο για τη Σταματία, ούτε αυτό είναι θεατρικό. Είναι ένα αφήγημα ποταμός που εστιάζει στην ιστορία αυτού του τόπου στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Είναι κάτι όπως η Πατριδογνωσία που είδαμε στο Black Box πέρυσι, με τον Γεννατά. Δεν μας λέει κάτι καινούργιο. Τόσο σε επίπεδο ιδεολογικού όσο και θεματικού προσανατολισμού κινείται σε χώρους που πια έχει κιτρινίσει ο χρόνος. Κάπου έχει κουράσει αυτή η εμμονή. Καιρός να γυρίσουμε σελίδα. Τα ζητούμενα των σύγχρονων αδιεξόδων μας βρίσκονται αλλού, μα εντελώς αλλού, χωρίς αυτό  να σημαίνει ότι η γραφή του Σωτηρίου δεν έχει αρετές. Φυσικά διαθέτει. Η ανάμικτη γλώσσα, το ύφος, η ρυθμικότητα, οι εικόνες, όλα δημιουργούν ένα ζωηρό σύνολο, το οποίο σε καλά χέρια μπορεί να αποδώσει θεατρικά. Και αυτό έγινε.


Το στόρι
Η Σταματία έπεσε στα χέρια ανθρώπων που την αγάπησαν. Της  αφιέρωσαν χρόνο. Δεν την κακομεταχειρίστηκαν. Της έδωσαν κάθε ευκαιρία να  ξεμπλέξει το κουβάρι της ζωής της, να μας πει πως γέρασε και χαρά στα σκέλια της δεν ένιωσε. Κάποτε, στα 17 της, κάτι πήγε να γίνει με τον Μπάμπη, λοχαγό του Εθνικού Στρατού, παλικάρι απόλυτα ταιριαστό με την τάξη της και την ιδεολογία της, μόνο που ο έρμος δεν πρόλαβε καλά καλά να της βάλει χέρι και πάτησε μια νάρκη και σκοτώθηκε (οι κακές γλώσσες λένε πως μάλλον πρέπει να ήταν και λίγο πιωμένος). Ο θάνατός του φέρνει τα πάνω κάτω στην οικογένεια. Ο μπαμπάς της πεθαίνει πιστεύοντας ότι το γαμπρό το φάγανε οι κομμουνιστές, η μητέρα της ψιλοτρελαίνεται και η ίδια εγκαταλείπει κάθε προσπάθεια να φτιάξει τη ζωή της. Και σαν μην φτάνουν όλα αυτά, σαν κερασάκι στην τούρτα έρχεται και η σχέση που συνάπτει η αδερφή της με έναν κομμουνιστή. Όλες αυτές οι αλλαγές σιγά σιγά οδηγούν τη Σταματία στο περιθώριο. Μοναδική φίλη της μια γειτόνισσα, η Ζωή, η οποία πού και πού ψάχνεται ακόμη, σε αντίθεση με τη Σταματία, η οποία, όπως πικρόχολα σχολιάζει το ανιψάκι  της, «έχει τζαζέψει από το λιβάνι και την αγαμία». Αλλά και έτσι η Σταματία ξέρει να δίνεται. Αγαπά τον κόσμο και την οικογένειά της. Ακόμη και το πατρικό της πουλάει για να βοηθήσει οικονομικά την αδερφή της να μεγαλώσει τα παιδιά της. Παρόλο το συντηρητισμό της είναι κατά βάθος ψυχούλα. Όλοι βολεύονται εκτός απ’ αυτήν, που  μένει πίσω να σηκώσει τον σταυρό. Και το κάνει χωρίς κλάψες και μοιρολόγια. Είναι δική της απόφαση.. Μέσα από την απόλυτα συνειδητοποιημένη επιλογή της αποδεικνύεται δυνατή, ευαίσθητη και πολύ αξιοπρεπής.
Αυτά ως προς το στόρι. Όπως είπα, δεν κρύβει εκπλήξεις. Δεν ανανεώνει τη γνώση που έχουμε για το παρελθόν. Μετά τα πρώτα δέκα λεπτά μπορείς να φανταστείς την εξέλιξη. Όμως, καμιά φορά, το σανίδι είναι εκείνο που κάνει την έκπληξη. Και ιδού:


Η παράσταση
Ηθοποιός με πλαστικότητα, γρήγορα αντανακλαστικά και καλά εφόδια, η Ελένη Ουζουνίδου έδωσε ρεσιτάλ (από τα καλύτερα στην καριέρα της). Επί ενενήντα λεπτά γλιστρούσε ταχύτατα και φυσικότατα από τη μια κατάσταση στην άλλη, υφαίνοντας βελονιά βελονιά ένα γλυκόπικρο ανθρώπινο πορτρέτο, κωμικό και τραγικό ταυτόχρονα. Η πολύμορφη ερμηνεία της μας γνώρισε μια Σταματία δυνατή αλλά και φοβισμένη, ένα πλάσμα μπερδεμένο, αλλά εσωτερικά πολύ ανθρώπινο και με κατασταλαγμένες ιδέες γύρω από τη ζωή και τους άλλους. Εκείνο που μου άρεσε ιδιαίτερα είναι ότι εστίασε σ’ αυτήν ακριβώς την πτυχή της ηρωίδας της και δεν τη γελοιοποίησε. Την αγάπησε, δίνοντάς της έτσι το δικαίωμα να είναι αξιοπρεπής. Το παίξιμό της απελευθέρωνε μια ζεστασιά που σε κέρδιζε. Το σκηνικό της Αυγερινού, πολύ απλό, σχεδόν «αόρατο», άφησε όλο το χώρο στην ηθοποιό να απλώσει τα κεντητά σεμεδάκια της, μέχρι που φόρεσε όλο το σκηνικό και έγινε ένα μαζί του. Συμβολικά ήταν σαν να την κατάπιε η ίδια η περφόρμανς της, οι ίδιες οι λέξεις, η επιτελεστική τους δύναμη. Την κατάπιε η Ελλάδα και η ιστορία της. Από αφηγήτρια έγινε η ίδια η αφήγηση.
Δεν ξέρω αν μια άλλη ηθοποιός θα έβγαζε αυτά που έβγαλε η Ουζουνίδου. Ο ρόλος τής πήγαινε γάντι, λες και γράφτηκε γι’ αυτήν. Ήταν κυριολεκτικά μια Σταματία ασταμάτητη. Είμαι πολύ περίεργος να δω το ρόλο αυτό παιγμένο και από άλλη ηθοποιό. Τότε ίσως καταλάβουμε καλύτερα  τις πραγματικές αντοχές του.


Η σκηνοθεσία
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος κράτησε μια ευανάγνωστη όσο και καλά εστιασμένη γραμμή στη διδασκαλία του ρόλου. Πουθενά λύσεις βεβιασμένες. Ούτε περιττά τερτίπια ούτε λιλιά  ούτε φρου φρου και αρώματα. Όλα καλά και απλά (ισο)ζυγισμένα. Λόγος και κίνηση σε μία αρμονική ευθεία, φυσική, αβίαστη, καθημερινή. Σαν σε παραμύθι με αύρα από τα παλιά.
Συμπέρασμα: ερμηνεία για σεμινάριο από την Ελένη Ουζουνίδου, με τη σκηνοθετική φροντίδα και αγάπη του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.
Αγγελιοφόρος της Κυριακής
3/05/2015